νευρασθένεια


νευρασθένεια
[нэврастэниа] ουσ. θ. (ιατρ.) неврастения,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νευρασθένεια" в других словарях:

  • νευρασθένεια — η (ιατρ.), αρρώστια των νεύρων, του νευρικού συστήματος: Πάσχει από νευρασθένεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νευρασθένεια — Παθολογική κατάσταση που κυριαρχείται από υποκειμενική συμπτωματολογία που συνίσταται σε διάχυτο αίσθημα κακοδιαθεσίας, μυϊκή αδυναμία, κεφαλαλγία, μεγάλη δυσχέρεια εργασίας, ανικανότητα συγκέντρωσης κ.ά. Η κοινή άποψη ότι η εργασία (ιδίως η… …   Dictionary of Greek

  • νευρασθενικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νευρασθένεια 2. (ως επίθ. και ως ουσ.) (για πρόσ.) αυτός που πάσχει από νευρασθένεια, ο νευρασθενής. επίρρ... νευρασθενικώς και ά με νευρασθενικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < νευρασθενής. Η λ. μαρτυρείται από το… …   Dictionary of Greek

  • νευροαρθριτισμός — ο ιατρ. αρθριτισμός σε συνδυασμό με νευροπάθεια ή με νευρασθένεια ή αρθριτισμός που προκαλεί νευρασθένεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < νευρ(ο) * + αρθριτισμός] …   Dictionary of Greek

  • νευρ(ο)- — α συνθετικό πολλών επιστημονικών ιατρικών όρων τής Νεοελληνικής που προέρχονται από το ουσ. νεύρο και εισήχθησαν στην Ελληνική ως αντιδάνεια από την ξεν. ορολογία (νευρομυελίτιδα, πρβλ. αγγλ. neuromyelitis νευροτομία, πρβλ. αγγλ. neurotomy… …   Dictionary of Greek

  • νευρασθενής — ές (ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που πάσχει από νευρασθένεια, ο νευρασθενικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. neurasthenic < νευρ(ο) * + ασθενής. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • νευρασθενικότητα — η [νευρασθενικός] η κατάσταση εκείνου που πάσχει από νευρασθένεια …   Dictionary of Greek

  • νευροδερματίτιδα — Μορφή εκζέματος που εμφανίζεται κυρίως στις μεγάλες πτυχές και στα άκρα με μορφή λειχηνοποιημένων πλακών, άλλοτε διάχυτων (διάχυτη ν.) και άλλοτε εντοπισμένων (περιγραμμένη ν.). Η τελευταία είναι συχνή ιδιαίτερα σε νευρικές γυναίκες και… …   Dictionary of Greek

  • νεύρωση — I (Βοτ.). Η διάταξη των νεύρων ή φλεβών του φύλλου. Στη ν. παρατηρείται το διάμεσο νεύρο και οι διακλαδώσεις του ή φλέβες. Τα φύλλα ως προς τη ν. διακρίνονται σε παραλληλόνευρα, όταν τα νεύρα βαίνουν παράλληλα, όπως στα περισσότερα… …   Dictionary of Greek

  • Γκάρσιν Φσέβολοντ, Μιχαΐλοβιτς — (Vsevolod Michailovic Garsin, Πετρούπολη 1855 – 1888).Ρώσος συγγραφέας. Γιος αξιωματικού, παλαιού ευγενή, διέκοψε τις σπουδές του για να καταταγεί εθελοντής στον πόλεμο εναντίον των Τούρκων. Απολύθηκε επειδή τραυματίστηκε και αφοσιώθηκε στη… …   Dictionary of Greek